Χρόνια είχε να ρίξει τόσο χιόνι στο νησί. Το πάλλευκο τοπίο περιτριγυρισμένο
από το χειμωνιάτικο μπλε της θάλασσας δημιουργούσε εικόνα κάποιοι παγόβουνου
στην Ανταρκτική. Ανήμερα Χριστουγέννων
και οι κάτοικοι στο ορεινό χωριό είχαν σηκωθεί από νωρίς. Πριν ακόμα χαράξει
είχαν ξεκινήσει το φτυάρισμα των αυλών και των μονοπατιών του χωριού.
Οι γηραιότεροι παρόλο τον χιονιά ξεκινούσαν για την εκκλησία
. Εκεί τους περίμενε ο παπά Αργύρης ο πάπας
των χωριών του μισού νησιού. Που να πρωτοπάει ο καημένος και ποιο εκκλησάκι να
προλάβει να λειτουργήσει. Οι σταλακτίτες
κρέμονταν στην είσοδο του μισοφωτισμένου ναού ενώ μια πρόχειρη φάτνη είχε
φτιαχτεί από τον Αργύρη τον ξυλουργό. Λίγα ξύλα λίγα άχυρα λίγο μεράκι και η
βοήθεια της Αναστασίας της καλλιτέχνισας
και να σου μια φάτνη σεμνή και ταπεινή σαν του μικρού Χριστούλη.
Άρχισε να ξημερώνει για τα καλά και ο Κυρ Χρηστάκης ο
καντηλανάφτης χτυπούσε χαρωπά την καμπάνα.
«Ἡ Παρθένος σήμερον, τὸν ὑπερούσιον τίκτει,
καὶ ἡ γῆ τὸ Σπήλαιον, τῷ ἀπροσίτῳ προσάγει»
καὶ ἡ γῆ τὸ Σπήλαιον, τῷ ἀπροσίτῳ προσάγει»
έψελνε ο παπάς κοιτώντας
με φλογερό μάτι τους αργοπορημένους.
Οι μωρομάνες αναμαλλιασμένες με τα μικρά τους αγκαλιά στέκονταν γύρω από τα κηροστάσια
για να βρουν λίγη ζεστασιά. Από πάνω η Πλατυτέρα των ουρανών στον μικρό θόλο
του ναού χαμογελαστή, θαρρείς τους σκέπαζε όλους. Ένα μικρό ξύλινο παραπέτασμα
χώριζε το ιερό από τους πιστούς . Λιτό χωρίς έγλυφες χαράξεις και περίτεχνα
σκαλίσματα. Πάνω του αποτυπωμένες με λαϊκή τεχνοτροπία δυο αγιογραφίες του
Χριστού και του Αγίου Νικόλαου που ήταν
και ο νοικοκύρης του ναού αυτού.
Όλοι ήταν εκεί αυτό το παγωμένο χριστουγεννιάτικο πρωινό. ‘Oλοι έκτος από τον Αποστόλη τον λογιστή. Πρόσφατα είχε επιστρέψει στην γενέτειρα
του. Την σιχάθηκε την Αθηνά. Παντρεύτηκε, έκανε παιδιά χώρισε. Δεν τον κράταγε
κάτι πια κάτω στον τρελότοπο όπως έλεγε την πρωτεύουσα. Ήρθε στο χωριό και ξανάνοιξε
το λογιστικό του γραφείο στην πρωτεύουσα του νησιού. Σουλούπωσε το πατρικό του
σπίτι που ήταν ετοιμόρροπο σαν παλιό αρχοντικό και άρχισε να ασχολείται με τη
γη, τη φύση και τον εαυτό του.
Είχε χρόνο για περπάτημα στην ύπαιθρο που έγινε τρέξιμο στην
πορεία. Το νησί μεγάλο και πευκόφυτο με πολλά ορεινά και παραθαλάσσια
μονοπάτια. Είχε όρεξη πηγαινε παραλία. Ήθελε μοναξιά και απομόνωση έτρεχε στο βουνό.
Το πρωί τον είδε ο γείτονας του ο κυρ Αγγελής ο χήρο,ς να φεύγει
αξημέρωτο για το εκκλησάκι του Α η Λία.
«Σε κάνα 2 ώρες θάμαι πίσω είπε»
« θα τα πούμε στον Αϊ Νικόλα»
Αυτά είπε και χάθηκε τρέχοντας πάνω στην
άχνη κουραμπιέ του πυκνόστρωτου χιονιού.
Το εκκλησάκι του Αϊ Ηλία ήταν ένα εκκλησάκι από τα βυζαντινά
χρόνια, τότε κει πάνω υπήρχε ένα κεφαλοχώρι. Βρισκόταν ψηλά σε ένα αλίκτυπο βράχο, κρεμασμένο στην άκρη του γκρεμού. Το χωρίο
αυτό ήταν ένα ασφαλές σημείο για τους κατοίκους που προφυλάσσονταν από τις επιδρομές
των πειρατών. Με τα χρονιά ο οικισμός εγκαταλείφθηκε. Μόνο το εκκλησάκι υποτυπωδώς
συντηρείται και μια φορά το χρόνο ,άντε δυο, αν έχει κουράγια ο πάπας λειτουργείται.
Η θέα του είναι ονειρική με το Αιγαίο να αγκαλιάζει το μάτι
και όλες τις αισθήσεις μέχρι την άκρη του
ορίζοντα. Από κάτω γλαρόνια κρώζουν και έχουν χτίσει φωλιές ξεχειμωνιάζοντας.
Η πρόσβαση ειδικότερα με αυτό τον καιρό πολύ δύσκολη.
Λόγω του χιόνια και ο Μαθιός ο τσοπάνης είχε κατέβει από το
χειμαδιό από τον φόβο μην αποκλειστεί μέρες από το πυκνό χιόνι που υπομονετικά ξάπλωνε
πάνω στη γη. Τα ζώα του τα έχει στη μικρή πεδιάδα που κάνει ή ράχη του βράχου πηγαίνοντας
για τον Αϊ-Λια. Τρόμαξε το βραδύ από τις διαθέσεις του καιρού και κατηφόρισε. Φόρτωσε
τις σκάφες με σανό και φίλησε τα κατσίκια του ένα ένα ελπίζοντας να τα βρει ζωντανά
όταν θα επέστρεφε.
Η λειτουργία είχε τελειώσει και τα μαντάτα πως ο λογιστής δεν
είχε επιστρέψει τρέχαν πιο γρήγορα από τον παγωμένο βόρια που ξύριζε σκέπες και
δέντρα.
«Να οργανώσουμε μια ομάδα να τον κατεβάσουμε» πρότεινε ο Μαθιός
εκεί στο πρόχειρο συμβούλιο που στήθηκε γύρω από την φουφού του καφενείου.
«Όποιος βγει με τέτοιο καιρό εκεί πάνω θα φάει το κεφάλι του»
έλεγαν εκείνοι που κοιτούσαν τη δουλειά τους.
«Ελπίσουμε να έχει βρει κατάλυμα στο εκκλησάκι. Έχει τσακμάκι
, κεριά να ανάψει μια μικρή φωτιά να ζεσταθεί και μόλις μαλακώσει ο καιρός
ανεβαινουμε»ελεγαν οι πιο μετριοπαθείς.
«Να καλέσουμε την ΕΜΑΚ» πρότεινα αυτοί που ήθελαν αλλά δεν μπορούσαν…
«Η ομάδα διάσωσης θα είναι εδώ αύριο στην καλύτερη, ποιο ελικόπτερο
να πετάξει με τέτοιο καιρό?»
Ο Μαθιός όμως δεν άντεχε την αδιαφορία και την φιλαυτία. Ήταν τα τύπος συμπονετικός ευθύς και παλληκάρι.
«Εγώ θα πάω, περίμενετε εσείς την θεια πρόνοια» είπε και έφυγε.
ΟΙ υπόλοιποι γύρισαν το βλέμμα στη θαλπωρή της φωτιάς και στη
σιγουριά του καφενείου. Ντραπήκαν που δεν μπορούσαν να τον ακολουθούσουν.
Ονόμασαν την ντροπή λογική και καβούκιασαν γύρω από την φωτιά που έκαιγε τα πρόσωπά
τους, ενώ μέσα στα σωθικά τους έκαιγε η φωτιά της αμφιβολίας για την απόφασή
τους.
Ο βοσκός ήξερε καλά το δρόμο. Φορτώθηκε όλα τα απαραίτητα, πηρέ
φαγώσιμα κουβέρτα έκανε το σταυρό του και ξεκίνησε.
Θα περνούσε πρώτα από
τα κατσικάκι του να δει τι κάνουν.
Το μονοπάτι είχε πια 30 και πόντους χιόνι και στα 500 μετρά
υψόμετρο που ήταν το ξωκλήσι «μήτε ο θείος μήτε ο διάολος ξέρει ποσό χιόνι θα
χει», σκέφτηκε.
Όμως αυτό τον έκανε ακόμα πιο πολύ να επιταχύνει το βήμα του
στο πυκνό χιόνι συλλογιζόμενος τον άτυχο δρομέα αποκλεισμένο εκεί πάνω
«Και αν είχε πάθει κάνα ατύχημα, αν είχε πέσει και είχε χτυπήσει;»
Με το μυαλό στο κακό γόγγυζε και ανέβαινε. Σε 1 ώρα ξυλιασμένος
αλλά με την φλόγα της αλληλοβοηθείας να καίει τα μάγουλά του είχε φτάσει στο χειμαδιό.
Τα ζωάκια όλα στριμωγμένα το ένα στο άλλο ζεσταινόντουσαν με τα χνώτα και τη θερμοκρασία
του κορμιού τους.
«Βαστάτε μαναράκια μου» είπε και έκλεισε με προσοχή την ξύλινη
προχειροφτιαγμένη πόρτα
«Θα φτιάξω μια άλλη πόρτα που να μην μπάζει το κρύο «σκέφτηκε
και έφυγε.
Είχε μεσημεριάσει μα ο ήλιος πουθενά.
Ο αέρας κατάφατσα τον μαστίγωνε ενώ μαζί με το χιόνι δημιουργούσε
μια αερομίχλη. Το εκκλησάκι έστεκε ακόμα μακριά και και άρχιζε να αμφιβάλλει
για το εγχείρημα του
Συνέχισε δυνατά μα ο δρόμος πηχτός και παγωμένος στο χιόνι. Καλά
που φόρεσε αυτές τις μπότες που του χε χαρίσει
ένας αλπινιστής κάποτε που είχε επισκεφτεί το
νησί για πεζοπορία.
Κοντοστάθηκε για λίγο και έβγαλε από το σακί με δυσκολία μια μπουκιά
λαδόψωμο. Πάγος γινόταν θαρρούσε στο στόμα του.
«Μα που τούρθε και αυτού του χριστιανού τέτοια μέρα και με τέτοιο
καιρό να πάει για τρέξιμο?» Συλλογιζόταν
Τι είναι τάχα κάνας πρωταθλητης?Και οι πρωταθλητές έχουν μυαλό
δεν θα έβγαιναν έξω με αυτό τον χιόνια.»
Με αυτές τις σκέψεις ξαναφορτωνόταν το σάκκο ώσπου ακούει μια
ανθρώπου φωνή.
«Βοήθεια βοήθεια!!»
Ο αέρας τον ξεγελούσε και δεν μπορούσε να εντοπίσει τον ήχο.
«Εδώ γυρνά γυρνά!»
Ήταν ο τρελλό λογιστής!
Ξαπλωμένος στο χιόνι τυλιγμένος με μια αλουμινοκουβέρτα που είχε
προνοήσει να πάρει μαζί του
Τρέχει στο μέρος του και
αντικρίζει ένα μπλαβιασμένο άνθρωπο.
«Τι έκανες μωρέ παλαβέ?? Του λέει ο βοσκός με στοργή και
ανακούφιση
Τον σηκώνει στου ώμους, σαν κούτσουρο παγωμένο ήταν ο χριστιανός.
Δεν είχε ποδιά να κινήσει δεν ένοιωθε τίποτα.
Τον ξάπλωσε στην αλουμινοκουβερτα έβαλε και από πάνω του την κουβέρτα τη μάλλινη
που είχε πάρει και άρχισε να τον σέρνει πάνω στο παχύ χιόνι. Ευτυχώς ήταν κατηφόρα
για το χειμαδιό και μετά από μισή ώρα είχαν φτάσει στην πόρτα των ζωντανών.
Άνοιξε την πόρτα και τον έσπρωξε όπως όπως ανάμεσα στις στριμωγμένες
κατσίκες.
Του έβγαλε τα παγωμένα ρούχα , είχε προνοήσει να φέρει αλλαξιά.
Έτρεμε σύγκορμος ο παθών
και προσπαθούσε να αγκαλιάσει τα ζεστά κορμιά των ζώων που τον δέχτηκαν σαν
δικό τους. ¨Ενα ταμπλό βιβάν της Γέννησης, ένα στιγμιαίο θρησκευτικό και στοργικό αποτύπωμα της ανεκρίζωτης σχέσης ανάμεσα στον άνθρωπο και το ζώο.
Σαν τον Χριστό στη φάτνη πέρασε τη νύχτα ο
Αποστόλης ο λογιστής κουλουριασμένος
ανάμεσα στα χνώτα και την θέρμη των ζώων. Η άδολη αγάπη του συνανθρώπου και η ανιδιοτελής
αγάπη των κτηνών που τον δεχτήκαν στην αγκαλιά
τους του έσωσαν τη ζωή εκείνη την μέρα των Χριστουγέννων.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου