Δεκατέσσερα χρόνια είχανε να συναντηθούνε. Έτσι είχε αποφασίσει η ζωή εκείνο το βράδυ, όπως αποφασίζει πάντα αυθαίρετα για τις ζωές των ανθρώπων. Δεν προλάβανε καν να πούνε αντίο, τόσο βίαια στήθηκε το σκηνικό του αποχωρισμού, τόσο αναπάντεχα, όπως ένα καράβι που χάνεται ξαφνικά και αναίτια στο Τρίγωνο των Βερμούδων και πίσω του αφήνει αναπάντητα γιατί, μύθους και φανταστικές εικασίες.
Δεκατέσσερα χρόνια τον περιμένει στο ίδιο σημείο, γαλήνιος και σίγουρος ότι θα έρθει να τον ξαναδεί. Να έρθει να του πει την καληνύχτα που εκείνο το βράδυ δεν είπανε, ένα αντίο έστω γι΄αυτόν τον αποχωρισμό που έμελλε να είναι μακροχρόνιος ή και παντοτινός.
Ποιος ξέρει; Θεός είναι; Μήπως ο Θεός ξέρει τι συμβαίνει κάτω στη γη; Μήπως δεν υπάρχει καν Θεός και Θεός είναι αυτή η πόρνη η τύχη που ορίζει πότε θα συμβούν τα αναπάντεχα στη ζωή; Αυτά σκεφτότανε ο Νίκος και η λαχτάρα του να συναντήσει τον φίλο του μετά από τόσο καιρό, αύξανε τους παλμούς του και μεγάλωνε τη διάρκεια του ταξιδιού που έμοιαζε ατελείωτο. Υπήρχε και ο φόβος, μήπως ο Ερμής έχει θυμώσει μαζί του που έκανε τόσα χρόνια να πάει να τον βρει στο απόμερο ησυχαστήριό του. Θύμωνε και με τον εαυτό του που άφησε τη ζωή να ξαναγράψει το σενάριο, όπως ήθελε αυτή. Βολεμένος στην καινούρια του μοίρα, σχεδόν ευτυχής για την κακοτυχία του, θλιβερό τρομαγμένο ανθρωπάκι στο αναπόδραστο της μη ύπαρξης.
Το χελιδόνι που για χάρη του καπετάνιου είχε γίνει θαλασσοπούλι, έπλεε ήρεμα, συνεχίζοντας να ταξιδεύει προς το γραφικό επίνειο, όπου ο φίλος το έχει ρίξει για πάντα άγκυρα, μακριά από τον πολιτισμό και τις συμπαρομαρτούσες ασθένειές του, μακριά από την ίδια τη ζωή. Πριν απαρνηθεί τα εγκόσμια, όλοι μιλούσαν για την αβροέπεια των τρόπων του και της ψυχής του. Ήταν πολύ φιλικός, ευπροσήγορος και αισιόδοξος, κάτι που αποτυπωνόταν στο πάντα χαμογελαστό του πρόσωπο. Μόνο που δεν του άρεσε να χάνει στο μπάσκετ και γι΄αυτόν τον λόγο, γίνονταν μάχες, όμοιες με του Κολοσσαίου!
«Τι φάουλ ρε, θα μας τρελάνεις; Ούτε που σε ακούμπησα!!»
«Ναι, για να είναι φάουλ, πρέπει να μου κόψεις το χέρι!!!!»
Το φιλμ των μονομαχιών έπαιζε στο μυαλό του Νίκου, ξυπνώντας στο θυμικό του συναισθήματα ευθυμίας, αγάπης, πάντα με μια δόση πίκρας. Σαν καλός σεφ, η μοίρα πάντα ήξερε να μοιράζει σωστά τις αναλογίες των γεύσεων στα μαγειρέματά της και η ιστορία των δύο φίλων ήταν από τις σπεσιαλιτέ της.
Γύρισε και κοίταξε την Ελένη… Ποιος ξέρει τι επιφυλλάσει γι΄αυτούς το μέλλον. Είχε έρθει μαζί του σε αυτό το ταξίδι των αναμνήσεων. Στην ουσία, εκείνη τον είχε παρακινήσει να ξανανοίξει το αυτό το κουτί της λήθης. Δεν είναι βέβαια σίγουρος αν το είχε κλείσει ποτέ. Κάποιες ιστορίες μένουν στα μεσόνερα, ούτε στον πάτο, μήτε στον αφρό. Πλέουν διακριτικά στη θάλασσα του μυαλού, μακριά από την επιφάνεια και τα αδιάκριτα βλέμματα, αλλά και μακριά από την βυσσό της λησμονιάς.
Τα απόνερα του πλοίου σχηματίζουν λευκές κορδέλες πάνω στο μπλε, αιχμαλωτίζοντας τα μάτια του Νίκου, ενώ το μυαλό, ανυπότακτο και άχρονο, βουτάει στα μεσοπέλαγα, να ξαναβρεί το μισάνοικτο κουτί...
Το ρολόι δείχνει δύο τα μεσάνυχτα… Είναι η ώρα που η σελίδα της ζωής γυρνάει για τους δύο φίλους. Ο στριγκός ήχος από τα φρένα της μοτοσυκλέτας, μαζί με το τρομαχτικό σύρσιμο των ελαστικών πάνω στην άσφαλτο, σφυροκοπούν τα αυτιά του. Και μετά, ησυχία…
«Εεεε καπετάνιε, πολλές φουρτούνες σε βαραίνουν!»
Αναδύεται ξανά στην επιφάνεια, αφήνοντας βιαστικά το κουτί. Γυρνάει και χαμογελάει.
«Εδώ, χάζευα τα απόνερα…»
«Μη φοβάσαι, όλα θα πάνε καλά», του λέει με καθησυχαστική φωνή η Ελένη.
Το μικρό πλοίο ολοκληρώνει το καθημερινό του καθήκον, πλησιάζοντας στον μικρό μώλο του λιμανιού, όπου επικρατεί μια παράδοξη ησυχία.
«Είναι δυνατόν, κατακαλόκαιρο, σε λιμάνι ελληνικού νησιού, να υπάρχει τόση ηρεμία; Φαίνεται, ο Ερμής είχε βρει τον παραδεισό του…»
Ακριβώς απέναντι από τον μώλο υπάρχει μια έρημη παραλία με ψιλή άμμο, ένας μικρός κόλπος σαν απο καρτ-ποστάλ.
Κοιτιούνται, χαμογελούν ευτυχισμένοι και οδεύουν προς τα κει. Μια αναζωογονητική βουτιά είναι ό,τι πρέπει, πριν την πολυπόθητη συνάντηση. Εξάλλου, δεν ξέρουν ακόμη που θα βρούνε τον Ερμή ακριβώς, αλλά ο χρόνος και τα καθορισμένα ραντεβού είναι κάποιες έννοιες που δεν έχουν θέση σε τούτα τα χώματα.
Κολυμπήσανε αρκετά, ώσπου ο ήλιος, σαν πορφυρός αστερίας, άρχισε να βουτάει τις ακτίνες του ακόμη πιο βαθειά στη θάλασσα, έτοιμος σε μερικές ώρες και αυτός να κάνει το βραδινό του μπανάκι. Έπρεπε να βρει τον Ερμή πριν νυχτώσει.
Το λευκό σαν γάλα ασβεστωμένο παραθαλάσιο δρομάκι οδηγεί σε μια καφετέρια που φαίνεται να είναι το πιο πολυσύχναστο μέρος του νησιού.
«Εκεί θα ξέρουν», σκέφτηκε και όντως είχε δίκιο. Επιτέλους, θα συναντούσε τον φίλο του μετά από χρόνια.
Η πεζοπορία μέχρι την περιοχή που τους υπέδειξαν, γεμάτη σκέψεις και αναμνήσεις από εκείνο το κουτί στη θάλασsα του μυαλού. Έχει μια ευκαιρία σήμερα να το ανασύρει στην επιφάνεια και να το δει κατάματα, αφήνοντάς το μετά να κυλήσει στο μαύρο του βυθού.
Η περιοχή, όπου είχε αποσυρθεί ο φίλος του, ειδυλλιακή. Ένα μικρό ύψωμα, με θέα σε έναν ορμίσκο χαμηλά και στο απέραντο πέλαγος μέσα βαθειά, μεχρι εκεί που φτάνει το μάτι και ακόμη πιο μέσα, μέχρι εκεί που πλανάται ο νους και η ψυχή.
Ανοίγει τη σιδερένια φρεσκοβαμμένη πόρτα και μπαίνει στον αύλειο χώρο. Η καρδιά του χτυπά ακανόνιστα, όπως εκείνο το βράδυ πριν δεκατέσσερα χρόνια, που οι ρόδες σύρθηκαν στην άσφαλτο. Τότε που, μετά το εκκωφαντικό «μπαμ» του στραπατσαρισμένου μέταλλου και της σκόνης που απλώνεται, ακολουθούμενη από την τρομακτικά σιωπηλή φωνή του θανάτου, γύρισε και είδε μέτρα πίσω του, ξαπλωμένο στην άσφαλτο, ασάλευτο τον Ερμή.
Από τότε είχε να τον δει και να, πάλι συναντηθήκανε μετά από τόσο καιρό. Ένα άλικο τριαντάφυλλο πάνω στο μάρμαρο, μια ζωή κομμένη πάνω στο νεκρό πέτρωμα, όπως τότε, εκείνο το βράδυ πριν δεκατέσσερα χρόνια, που ο Ερμής πότιζε την παγωμένη άσφαλτο με το κόκκινο της νιότης του. Και δύο κουβέντες αποχαιρετισμού...
«Αντίο φίλε, τα λέμε...»
Το κουτί είχε βυθιστεί πια στα μύχια της ψυχής... Το σώμα δεν άντεξε το βάρος που φορτώθηκε η ψυχή... Τα γόνατα τσάκισαν, γονάτισε… Απελπισμένος ικέτης για συγχώρεση...
«Συγγνώμη», ψιθύρισε... και ο αέρας αγκάλιασε τη λέξη και την πήρε στον ουρανό ψηλά...
Δεκατέσσερα χρόνια τον περιμένει στο ίδιο σημείο, γαλήνιος και σίγουρος ότι θα έρθει να τον ξαναδεί. Να έρθει να του πει την καληνύχτα που εκείνο το βράδυ δεν είπανε, ένα αντίο έστω γι΄αυτόν τον αποχωρισμό που έμελλε να είναι μακροχρόνιος ή και παντοτινός.
Ποιος ξέρει; Θεός είναι; Μήπως ο Θεός ξέρει τι συμβαίνει κάτω στη γη; Μήπως δεν υπάρχει καν Θεός και Θεός είναι αυτή η πόρνη η τύχη που ορίζει πότε θα συμβούν τα αναπάντεχα στη ζωή; Αυτά σκεφτότανε ο Νίκος και η λαχτάρα του να συναντήσει τον φίλο του μετά από τόσο καιρό, αύξανε τους παλμούς του και μεγάλωνε τη διάρκεια του ταξιδιού που έμοιαζε ατελείωτο. Υπήρχε και ο φόβος, μήπως ο Ερμής έχει θυμώσει μαζί του που έκανε τόσα χρόνια να πάει να τον βρει στο απόμερο ησυχαστήριό του. Θύμωνε και με τον εαυτό του που άφησε τη ζωή να ξαναγράψει το σενάριο, όπως ήθελε αυτή. Βολεμένος στην καινούρια του μοίρα, σχεδόν ευτυχής για την κακοτυχία του, θλιβερό τρομαγμένο ανθρωπάκι στο αναπόδραστο της μη ύπαρξης.
Το χελιδόνι που για χάρη του καπετάνιου είχε γίνει θαλασσοπούλι, έπλεε ήρεμα, συνεχίζοντας να ταξιδεύει προς το γραφικό επίνειο, όπου ο φίλος το έχει ρίξει για πάντα άγκυρα, μακριά από τον πολιτισμό και τις συμπαρομαρτούσες ασθένειές του, μακριά από την ίδια τη ζωή. Πριν απαρνηθεί τα εγκόσμια, όλοι μιλούσαν για την αβροέπεια των τρόπων του και της ψυχής του. Ήταν πολύ φιλικός, ευπροσήγορος και αισιόδοξος, κάτι που αποτυπωνόταν στο πάντα χαμογελαστό του πρόσωπο. Μόνο που δεν του άρεσε να χάνει στο μπάσκετ και γι΄αυτόν τον λόγο, γίνονταν μάχες, όμοιες με του Κολοσσαίου!
«Τι φάουλ ρε, θα μας τρελάνεις; Ούτε που σε ακούμπησα!!»
«Ναι, για να είναι φάουλ, πρέπει να μου κόψεις το χέρι!!!!»
Το φιλμ των μονομαχιών έπαιζε στο μυαλό του Νίκου, ξυπνώντας στο θυμικό του συναισθήματα ευθυμίας, αγάπης, πάντα με μια δόση πίκρας. Σαν καλός σεφ, η μοίρα πάντα ήξερε να μοιράζει σωστά τις αναλογίες των γεύσεων στα μαγειρέματά της και η ιστορία των δύο φίλων ήταν από τις σπεσιαλιτέ της.
Γύρισε και κοίταξε την Ελένη… Ποιος ξέρει τι επιφυλλάσει γι΄αυτούς το μέλλον. Είχε έρθει μαζί του σε αυτό το ταξίδι των αναμνήσεων. Στην ουσία, εκείνη τον είχε παρακινήσει να ξανανοίξει το αυτό το κουτί της λήθης. Δεν είναι βέβαια σίγουρος αν το είχε κλείσει ποτέ. Κάποιες ιστορίες μένουν στα μεσόνερα, ούτε στον πάτο, μήτε στον αφρό. Πλέουν διακριτικά στη θάλασσα του μυαλού, μακριά από την επιφάνεια και τα αδιάκριτα βλέμματα, αλλά και μακριά από την βυσσό της λησμονιάς.
Τα απόνερα του πλοίου σχηματίζουν λευκές κορδέλες πάνω στο μπλε, αιχμαλωτίζοντας τα μάτια του Νίκου, ενώ το μυαλό, ανυπότακτο και άχρονο, βουτάει στα μεσοπέλαγα, να ξαναβρεί το μισάνοικτο κουτί...
Το ρολόι δείχνει δύο τα μεσάνυχτα… Είναι η ώρα που η σελίδα της ζωής γυρνάει για τους δύο φίλους. Ο στριγκός ήχος από τα φρένα της μοτοσυκλέτας, μαζί με το τρομαχτικό σύρσιμο των ελαστικών πάνω στην άσφαλτο, σφυροκοπούν τα αυτιά του. Και μετά, ησυχία…
«Εεεε καπετάνιε, πολλές φουρτούνες σε βαραίνουν!»
Αναδύεται ξανά στην επιφάνεια, αφήνοντας βιαστικά το κουτί. Γυρνάει και χαμογελάει.
«Εδώ, χάζευα τα απόνερα…»
«Μη φοβάσαι, όλα θα πάνε καλά», του λέει με καθησυχαστική φωνή η Ελένη.
Το μικρό πλοίο ολοκληρώνει το καθημερινό του καθήκον, πλησιάζοντας στον μικρό μώλο του λιμανιού, όπου επικρατεί μια παράδοξη ησυχία.
«Είναι δυνατόν, κατακαλόκαιρο, σε λιμάνι ελληνικού νησιού, να υπάρχει τόση ηρεμία; Φαίνεται, ο Ερμής είχε βρει τον παραδεισό του…»
Ακριβώς απέναντι από τον μώλο υπάρχει μια έρημη παραλία με ψιλή άμμο, ένας μικρός κόλπος σαν απο καρτ-ποστάλ.
Κοιτιούνται, χαμογελούν ευτυχισμένοι και οδεύουν προς τα κει. Μια αναζωογονητική βουτιά είναι ό,τι πρέπει, πριν την πολυπόθητη συνάντηση. Εξάλλου, δεν ξέρουν ακόμη που θα βρούνε τον Ερμή ακριβώς, αλλά ο χρόνος και τα καθορισμένα ραντεβού είναι κάποιες έννοιες που δεν έχουν θέση σε τούτα τα χώματα.
Κολυμπήσανε αρκετά, ώσπου ο ήλιος, σαν πορφυρός αστερίας, άρχισε να βουτάει τις ακτίνες του ακόμη πιο βαθειά στη θάλασσα, έτοιμος σε μερικές ώρες και αυτός να κάνει το βραδινό του μπανάκι. Έπρεπε να βρει τον Ερμή πριν νυχτώσει.
Το λευκό σαν γάλα ασβεστωμένο παραθαλάσιο δρομάκι οδηγεί σε μια καφετέρια που φαίνεται να είναι το πιο πολυσύχναστο μέρος του νησιού.
«Εκεί θα ξέρουν», σκέφτηκε και όντως είχε δίκιο. Επιτέλους, θα συναντούσε τον φίλο του μετά από χρόνια.
Η πεζοπορία μέχρι την περιοχή που τους υπέδειξαν, γεμάτη σκέψεις και αναμνήσεις από εκείνο το κουτί στη θάλασsα του μυαλού. Έχει μια ευκαιρία σήμερα να το ανασύρει στην επιφάνεια και να το δει κατάματα, αφήνοντάς το μετά να κυλήσει στο μαύρο του βυθού.
Η περιοχή, όπου είχε αποσυρθεί ο φίλος του, ειδυλλιακή. Ένα μικρό ύψωμα, με θέα σε έναν ορμίσκο χαμηλά και στο απέραντο πέλαγος μέσα βαθειά, μεχρι εκεί που φτάνει το μάτι και ακόμη πιο μέσα, μέχρι εκεί που πλανάται ο νους και η ψυχή.
Ανοίγει τη σιδερένια φρεσκοβαμμένη πόρτα και μπαίνει στον αύλειο χώρο. Η καρδιά του χτυπά ακανόνιστα, όπως εκείνο το βράδυ πριν δεκατέσσερα χρόνια, που οι ρόδες σύρθηκαν στην άσφαλτο. Τότε που, μετά το εκκωφαντικό «μπαμ» του στραπατσαρισμένου μέταλλου και της σκόνης που απλώνεται, ακολουθούμενη από την τρομακτικά σιωπηλή φωνή του θανάτου, γύρισε και είδε μέτρα πίσω του, ξαπλωμένο στην άσφαλτο, ασάλευτο τον Ερμή.
Από τότε είχε να τον δει και να, πάλι συναντηθήκανε μετά από τόσο καιρό. Ένα άλικο τριαντάφυλλο πάνω στο μάρμαρο, μια ζωή κομμένη πάνω στο νεκρό πέτρωμα, όπως τότε, εκείνο το βράδυ πριν δεκατέσσερα χρόνια, που ο Ερμής πότιζε την παγωμένη άσφαλτο με το κόκκινο της νιότης του. Και δύο κουβέντες αποχαιρετισμού...
«Αντίο φίλε, τα λέμε...»
Το κουτί είχε βυθιστεί πια στα μύχια της ψυχής... Το σώμα δεν άντεξε το βάρος που φορτώθηκε η ψυχή... Τα γόνατα τσάκισαν, γονάτισε… Απελπισμένος ικέτης για συγχώρεση...
«Συγγνώμη», ψιθύρισε... και ο αέρας αγκάλιασε τη λέξη και την πήρε στον ουρανό ψηλά...

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου