Δευτέρα 4 Μαρτίου 2019

DAMNATIO MEMORIAE



Δε θυμάμαι πώς βρέθηκα εκεί στοιβαγμένος ασφυκτικά μαζί με άλλους σε ένα σκοτεινό προαύλιο. Μικρές ριπές ηλιακού φωτός χαράζουνε εδώ κι εκεί τον σκοτεινό χώρο. Στριφογυρίζουμε όλοι δίπλα-δίπλα ο ένας στον άλλο, έχοντας ο καθένας έναν αριθμό αντί για όνομα, σε μια κατάσταση damnatio memoriae.
Κανείς δε μου απήγγειλε την κατηγορία που με βαραίνει για να υφίσταμαι αυτό το μαρτύριο. Σίγουρα θα έχω κάνει κάτι πολύ σοβαρό, κάποιο ανοσιούργημα, όπως και οι υπόλοιποι που στοιβάζονται εδώ μέσα. Ίσως είναι ένας χώρος με βαρυποινίτες. Σε αυτή την τρώγλη τρώμε πολύ, αλλά δεν μπορούμε να κινηθούμε καθόλου. Υπάρχει ένταση στον αέρα και η ατμόσφαιρα μυρίζει, εκτός από την αποφορά των σκατών και των ούρων, μπαρούτι. Οι ορμόνες της επιβίωσης είναι στα ύψη και γι’ αυτό υπάρχουν έντονοι καυγάδες μεταξύ των ανώνυμων καταδικασμένων. Μερικές μέρες κάποιοι έρχονται και μας κάνουν ενέσεις. Έχω σκεφτεί μήπως βρίσκομαι σε κάποιο πείραμα, όμως δε νομίζω ότι υπάρχουν τόσο σκληρά πειράματα. Σίγουρα έχω κάνει κάποιο έγκλημα. Τους φωνάζω να μου εξηγήσουν. Σκούζω με όλη μου τη δύναμη, όταν ακούω βήματα να πλησιάζουν. Ένα «γιατί;» που θα με λύτρωνε.
Με χτυπάνε. Χτυπάνε και τους γύρω μου πολλές φορές, γιατί φωνάζουμε και μαλώνουμε μεταξύ μας. Έχουμε φτάσει σε τέτοιο σημείο απόγνωσης και εγκλεισμού που δαγκώνουμε από τη μονοτονία ο ένας τον άλλο. Η χρυσή αχτίδα του ήλιου είναι η μόνη που καταφέρνει να ξεγλυστρά από αυτή τη μαύρη τρύπα. Ξεχνιέμαι καμιά φορά και ακολουθώ το νήμα της μέχρι την οπή, από εκεί που κλεφτομπαίνει. Πόσο πολύ θέλω να δω από πού έρχεται! Πόσο θέλω να βγω εκεί έξω να τρέξω μέχρι το τέλος της ηλιαχτίδας! Πνίγομαι εδώ και κάνει ζέστη και είμαστε τόσο κοντά ο ένας στον άλλο. Νοιώθω πολλές φορές πως χάνω την ενημερότητα του περιβάλλοντος. Ο θάνατος είναι εκεί, μέσα σε αυτή τη φυλακή και φοβάμαι τόσο πολύ.
Κάθε μέρα κάποιος ή κάποιοι δεν αντέχουν. Έχουν φύγει μαζί με την ηλιαχτίδα εκεί έξω. Μπαίνουν μέσα οι δεσμώτες μαςκαι σέρνουν τα άψυχα κορμιά τους ποιος ξερει πού. Είχαμε ακούσει ότι τα κόβουν, τα γδέρνουν και τα σερβίρουν για τροφή. Δεν το πιστεύω πως σύμβαίνει κάτι τέτοιο, …παραληρήματα εγκλεισμένων μυαλών. Επικρατεί πανικός κάθε φορά. Φωνές, βρισιές και ανακατανέμεται η διάταξη των κορμιών στο σκοτεινό αυτό μαρτύριο της πιο φρικτής δυστοπίας.
Μερικοί άλλοι έχουν χάσει τελείως τα λογικά τους. Μένουν για μέρες κάτω στο πάτωμα, με βλέμμα άστοχο και κενό, παραδομένοι στην τρέλα του μαρτυρικού εγκλεισμού, άλλοι γυρνώντας γύρω από τον εαυτό τους, προσπαθούν να εκτονώσουν τη φυσική ροπή του κορμιού για κίνηση. Μερικοί έχουν σαλέψει τελείως και κάνουν κακό στον εαυτό τους, προσπαθώντας να τον δαγκώσουν. Ενα ερέθισμα ψάχνουμε όλοι εδώ μέσα. Αυτή η έλλειψη ερεθισμάτων μας έχει ξεκάνει. Δεν είμαι ζωντανός μέσα σε αυτή την ασάλευτη μονοτονία που βαραίνει το κορμί μου και το μυαλό μου. Θέλω να ελευθερωθώ. Πότε θα με βγάλουν και μένα απο δω νεκρό να πάω να βρω την άκρη του χρυσού νήματος εκεί εξω;
Με φοβαμαι. Αρχίζω να τα χάνω κι εγώ. Βλέπω πράγματα που δεν υπάρχουν. Ακούω μια φωνή να μου λέει να δαγκώσω το πόδι μου. Δεν έχω αποσυνδεθεί τόσο από την φρικτή πραγματικότητα, όμως καμιά φορά γλύφω και ξαναγλύφω τα δάχτυλά μου σε τέτοιο σημείο που έχει φύγει το δέρμα. Δεν ξέρω γιατί το κάνω, όμως με κρατάει εδώ. Νοιώθω ζωντανός. Ο πόνος μου είναι το μόνο ερέθισμα που μου θυμίζει πως ζω. Όλα τα άλλα εδώ μέσα είναι νεκρά…οι άψυχοι τοίχοι, οι μελλοθάνατοι συγκρατούμενοι, οι απονεκρωμένοι βασανιστές. Μόνο η μελόχρωμη αχτίδα ζωντανή φτερουγίζει εκεί ψηλά, μακριά απο τον θάνατο και την αποκάρωση της ψυχής.
Χθες είδα στον ύπνο μου πως με έλουζε αυτό το χρυσό φως. Με έντυνε με την αχλή του και την θέρμη του. Ένοιωσα τόσο ασφαλής και τρισόλβιος. Με πήρε ψηλά, μακριά απο δω. Πέταξα σε κοιλάδες κιτρινοπράσινες και σε άγρια βραχώδη
βουνά. Κάθησα σε απάτητες κορυφές, δίπλα σε έναν χρυσαετό που άκουσε το μαρτύριό μου. Τρόμαξα στην αρχή πως θέλει να με φάει. Κλαίγοντας, του μίλησα για την ειρκτή που ζω, τη στέρηση της ελευθερίας, τη στέρηση της ελπίδας, μα πιο πολύ, για την ατέρμονη μονότονη επανάληψη. Με κοίταζε με αυτά τα άγρια επιβλητικά μάτια γεμάτα δάκρυα. Δεν πίστευε πως μπορεί πλάσμα να αντέξει αυτόν τον εξευτελισμό, αυτόν τον καταναγκασμό. Σήκωσε την ασπόμαυρη φτερούγα του και με σκέπασε και αγναντεύαμε από κει ψηλά την άκρη του κόσμου, μέχρι εκεί που φτάνει το μάτι και πιο πέρα, εκεί που καλπάζει ο λογισμός. Κάλπαζα, ναι κάλπαζα, έτρεχα αφιονισμένα. Η καρδιά μου χτύπαγε τόσο γρήγορα, τα πόδια μου ασυντόνιστα ποδοβολούσανε και έστεκα εκεί, δίπλα στον περήφανο αετό, σιωπηλός, γεμάτος ζωή,μια αλίμενη ψυχή
Μετά από ώρες αποχαιρέτησα τον αετό και, ντυμένος στα χρυσά, ξαναπέταξα σε μέρη που τα φανταζόμουν εκεί μέσα κλεισμένος. Τέτοια ανείπωτη ευτυχία! Πετάξαμε πάνω από μπλε ωκεανούς και είδα πλάσματα ελεύθερα, γεμάτα ζωή να σκίζουν τον αφρό της θάλασσας, να πηδάνε στον αέρα και να ξαναβουτάνε μέσα σε ένα σύννεφο αφρών. Βουτήξαμε σε γαλάζια νερά και ξαναβγήκα στον κόσμο τόσο ανανεωμένος, γεμάτος αγάπη και ελπίδα για τον πλανήτη και τα πλάσματά του. Κοπάδια ανέμελων ζώων να βόσκουν την πράσινη γη και σμήνη πουλιών να ταξιδεύουν γαλήνια στον προρισμό τους.
Φτάσαμε και σε μέρη με πολλή ζέστη. Μου θύμιζε τη ζέστη της φυλακής. Πετάξαμε πάνω από το κέρας της Αφρικής και η αχτίδα με κατέβασε στον μοναδικό ίσκιο σε ακτίνα χιλιομέτρων, κάτω απο έναν τεράστιο αιωνόβιο κορμό. Έπρεπε να μοιραστώ αυτή τη σκιά με τον βασιλιά της ζούγκλας. Η καρδιά μου σταμάτησε. Αυτή τη φορά σίγουρα θα με έτρωγαν. Κουλουριάστηκα πεισιθάνατος και έσκουζα, λέγοντας λόγια ακατάληπτα, λόγια παρακλητικά.
«Ηλιαχτίδααααα», φώναζα με όλο μου το κορμί να έρθει να με πάρει από δω.
Το λιοντάρι πλησίαζε νωχελικά προς το μέρος μου. Το τέλος μου έφτασε. Τουλάχιστον λεύτερος, εδώ στην πλάση, κάτω από τον γαλανό ουρανό.
«Τι σημάδια είναι αυτά στα πόδια σου», μου λέει κοιτάζοντας τα κατατρυπημένα και ματωμένα μου πόδια.
«Χτυπήματα», αποκρίθηκα σαν τρεμουλιαστή φλόγα.
«Μας χτυπάνε στα πόδια με ξύλα που έχουν άγκιστρα μπροστά», συνέχισα υποτονθορίζοντας.
Το λιοντάρι κάθησε και συνέχισα να του λέω για αυτά που έχω τραβήξει, για το πώς μου τροχίσανε τα δόντια χωρίς αναισθησία για να μην έχω τίποτα που θα μπορούσε να κάνει κακό σε μένα και στους άλλους, ώστε να μπορούν να μας βασανίζουν όσο καιρό θέλουν, για την απόγνωση, τη βία, τη μυρωδιά θανάτου, τις αρρώστιες και τους ημιθανείς συγκρατούμενους που στέκαν ασάλευτοι και αβοήθητοι μέρες εκεί, μέχρι να τους φύγει η πνοή. Καμιά φορά την έβλεπα να φεύγει τη ζωή από το στόμα τους. Ήταν λευκή, διάφανη, ζωηρή και πέταγε ψηλά, ποιος ξέρει για πού, αφήνοντας λυτρωμένο το κουφάρι το ταλαιπωρημένο.
Δεν τολμούσα τόση ώρα να το κοιτάξω το λιοντάρι στα μάτια. Δειλά γύρισα τις κόρες μου και, όταν συνάντησα τα δικά του μάτια, είδα δύο υγρές κόγχες, γεμάτες πόνο και λύπηση. Άρχισα να κλαίω και γω. Σύρθηκα δειλά κοντά του και κρύφτηκα κάτω από την ξανθιά χαίτη του. Και έμεινα εκεί ξαπλωμένος, στην χρυσόσπαρτη στέπα, με τα μάτια κλειστά, ασφαλής και ευτυχισμένος, με τον νου μου να πετάει στις τέσσερις άκρες του κόσμου.
Αποχαιρέτησα τον περήφανο φίλο μου και χάθηκα ψηλά στον ουρανό. Είχε πέσει το σύθαμπο, όμως εμείς συνεχίζαμε το ταξίδι μας. Ξανάδα γη και θάλασσα, βουνά και κάμπους λουσμένα με το απογευματινό γλυκό φως ενός τεμπέλη ήλιου. Ξανάδα τα ζωντανά ελεύθερα πλάσματα αυτού του κόσμου να ετοιμάζονται για το τέλος της ημέρας. Οι ρυθμοί έπεφταν σιγά σιγά και όλη η Πλάση έδειχνε πως είχε συνεννοηθεί και ενωθεί σε ένα κοινό πρόγραμμα. Όλα μοιάζαν τόσο αρμονικά από δω πάνω.
«Σίγουρα, αν μας κοιτάει κάποιος Θεός, από δω ψηλά θα μας βλέπει», σκέφτηκα
Την επόμενη στιγμή η ηλιαχτίδα έσβησε και άρχισα να πέφτω αβοήθητος σε ένα μαύρο κενό. Προσεδαφίστηκα κακήν κακώς στο χώμα, χωρίς να καταλάβω σε τι κατάσταση ήμουν. Νόμιζα πως σώθηκα.
Με κοίταζε με τεράστια απορία ένας άνθρωπος, μια εμένα μια ψηλά στον ουρανό. Πάγωσα. Ήταν ίδιος με τους βασανιστές μου. Ήξερα πως και να του έλεγα την ιστορία μου δεν θα τον συγκινούσα. Δεν τον ένοιαζε αν εγώ βασανιζόμουν. Είχε μάθει πως έτσι έχουν τα πράγματα. Οι άνθρωποι τρώνε τα γουρούνια,τα γουρουνια είναι φαγητό,δεν πονανε,δεν υποφέρουν.
Προσπάθησα να τρέξω, όμως το υπερφυσικό μου βάρος και τα αδύναμα και αγκυλωμένα πόδια μου δε με βοηθούσαν.
Με άρπαξε από το πίσω πόδι, ενώ έσκουζα με όλη μου τη δύναμη και προσπαθούσα μάταια να ξεφύγω κλαίγοντας. Το τέλος μου είχε έρθει. Είχα συναντήσει τον πιο αδίστακτο θηρευτή. Άρπαξε, τραβώντας με, μια μεγάλη πέτρα από το χωράφι και άρχισε να με χτυπάει στο κεφάλι. Πονάω, θέλω να ζήσω και εγώ, δεν έχω κάνει τίποτα. Είμαι ένα ζώο και γω και από κει ψηλά που βλέπει ο Θεός, είμαστε όλοι ίσοι και αρμονικοί σε αυτόν τον κόσμο.
Με χτυπάει με λύσσα. Θέλει να πεθάνω. Το κρανίο μου δε θα αντέξει σε λίγο.
«Στάθη, ξύπνα ρε, τι έχεις πάθει τόσα βράδυα;»
Πέταγεται έντρομος,φρουμάζοντας, σαν να τον σφάζανε. Κοιτάει γύρω του και νοιώθει ασφαλής. Όλα είναι στη θέση τους… ο μικρός νιπτήρας, το κρεβάτι, τα κάγκελα, ο τοίχος. Είναι ασφαλής στους τοίχους της φυλακής.
«Βλέπω εφιάλτες τον τελευταίο μήνα πολλούς, ρε Άλκη. Βλέπω πως είμαι γουρούνι και με έχουν μαντρωμένο, με χτυπάνε, με σφάζουν, με βασανίζουν».
«Χαχαχαχα, γουρούνι είσαι ρε εδώ μέσα», του απαντά ο Άλκης με σιγουριά.
«Μην ανησυχείς. Πυρετό της Πύλης τον λένε. Έχω ακούσει από τους παλιούς πως πολλοί το παθαίνουν μετά από χρόνιο έγκλεισμο. Όσο πλησιάζει η μέρα της αποφυλάκισης τρελαίνονται από το άγχος. Ποιος τους περιμένει; Τι τους περιμένει; Ποιος θα δεχτεί έναν στιγματισμένο φυλακόβιο; Φίλε, αυτό έχεις πάθει και σε λάιτ μορφή. Έχω ακούσει για αυτοκτονίες πριν την αποφυλάκιση».
«Ίσως να εχεις δίκιο. Αύριο βγαίνω και έχω τρελό άγχος. Αντί να χαίρομαι, έχω τρελαθεί από φόβο. Και αυτά τα όνειρα είναι τόσο ζωντανά. Ποτέ δεν είχα σκεφτεί ότι αυτά τα ζώα πονάνε, φοβούνται και νοιώθουν τα ίδια όπως εμείς. Ίσως να ασχοληθώ με τα ζώα βγαίνοντας από αυτή τη σκατότρυπα».
«Καλά, κάνε ό,τι θες. Γίνε και θηριοδαμαστής... Άσε με να κοιμηθώ. Έχω να κάνω άλλον ένα χρόνο εδώ μέσα εγώ».
Την επόμενη μέρα η πύλη άνοιξε. Η πρωινή χρυσή ηλιαχτίδα διάτρεξε τον κοιμισμένο ακόμα ουρανό και εσκασε πάνω στο κορμί του φυλακισμένου γουρουνιού.
Δε γύρισε να κοιτάξει πίσω του. Παρέα με την ηλιαχτίδα φύγανε, πετώντας ψηλά, πάνω από έναν αρμονικό και αγαπημένο κόσμο. Δεν ξανάφαγε κρέας ποτέ και πολλές φορές αναρωτιόταν αν το μάτι του Θεού δακρύζει με όλη αυτή την αδικία.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου