Δευτέρα 18 Μαρτίου 2019

Άργος


«Δυστυχώς η κατάστασή του είναι μη αναστρέψιμη. Δεν μπορεί να γίνει κάτι περισσότερο γι’ αυτόν».
Βουβαμάρα στο δωμάτιο, καθώς η σιωπή του θανάτου έχει πάρει τον λόγο.
Ο γέρος κείτεται στο πάτωμα ανήμπορος, κουρασμένος πια. Ανασαίνει βαρειά και γρήγορα, δεν καταλαβαίνει τι συζητάνε γύρω του. Ξέρει πως για κείνον μιλάνε, ξέρει πως η ώρα του ήρθε.
Ο γιατρός ανοίγει την τσάντα του με θεατρική σοβαρότητα. «Είναι η καλύτερη λύση», λέει χαμηλόφωνα.
Ο γέρος περιμενει... Ποιος ξέρει πού τρέχει ο νους του τις τελευταίες του στιγμές.
Το μυοχαλαρωτικό κανει γρήγορα τη δουλειά του και η κατάσταση μέθης τον ανακουφίζει.
Αναπνέεει ήρεμα... Γνώριμες μυρωδιές γύρω του... Ησυχία... και ήρθε η πολυπόθητη γαλήνη.
Αυτό ήταν... Έφυγε έτσι γλυκά και σεμνά, όπως είχε μπει στη ζωή μας πριν δεκαέξι χρόνια, μια χνουδωτή τετράποδη μπαλίτσα...
«Πάρτο, φίλε, τσάμπα στο δίνω. Είναι από κεχριμπάρι Βαλτικής. Μόνο στην κεχριμπαρένια αίθουσα στα ανάκτορα της Μεγάλης Αικατερίνης θα βρεις τέτοιο ατόφιο κεχριμπάρι!»
«Κοίτα πόσο διάφανο είναι», συνεχίζει να λέει ο μαγαζάτορας, ενώ περιεργάζεται το κομπολόι ο υποψήφιος αγοραστής του, χαμένος στα χρώματα του που εναλλάσσονται στο φως του ήλιου. Το είχε σχεδόν ερωτευτεί.
«Τι είναι αυτό, ρε αφεντικό, δικό σου;», ρωτάει αφήνοντας αδιάφορα το μέχρι πριν από λίγο αντικείμενο του πόθου του. «Ποιο, το σκυλί; Δεν ξέρω, από χθες είναι εδώ».
‘Ενα μπεζ κουβάρι, κουρνιασμένο σε μια γωνιά, με δυο μελιά μάτια από το καλύτερο κεχριμπάρι του κόσμου.
Το ερωτεύτηκε, το πήρε και έφυγε.
«Στάσου, φίλε, το κομπολόι δεν θα το πάρεις;...» Ούτε που απάντησε.
O δρόμος της επιστροφής γλυκός. Ο νόστος, με την επιθυμία να σου γλείφει τα σωθικά, ένα συναίσθημα αρχέγονο, μαγικό, σαν να είσαι γειωμένος με το κέντρο της γης και τα μυστικά της. Όμως, μεγαλύτερη νοσταλγία για το ξαναντάμωμα των φίλων που είχε αφήσει πίσω. Τους είχε καλέσει όλους εκείνο το βράδυ στο ταβερνάκι στην Πλάκα. Φάγανε, γελάσανε, ήπιανε, παρασυρμένοι στην πλάνη του πότου σε μια αΐδια ευτυχία, θαρρούσες, και μέτα κλάψανε και τον αποχαιρετήσανε για τα ξένα.
Εκείνος εκεί, πιστός στα πόδια του, κάτω από το τραπέζι, δεν έφαγε ούτε μέθυσε ούτε έκλαψε ούτε του είπε αντίο.
«Να μου τον προσέχετε», τόλμησε να πει όταν τον άφηνε πίσω από τα κάγκελα του κλουβιού, την ώρα που ο καλύτερος φίλος του τον κοίταγε με τα μελί του στρογγυλά ματια. Κούναγε την ουρά, δεν έκλαιγε, δεν ήξερε να πει αντίο, όμως όλο του το κορμί ήταν ευγνώμον και δήλωνε πως περίμενε εκεί πιστός για την στιγμή της αντάμωσης.
Και ναι, ερχόταν να τον λευτερώσει, γεμάτος τύψεις, αλλά και όνειρα για μια ζωή μαζί στην Πατρίδα που τρώει τα παιδιά της.
Μια νύχτα ηδονής με μια μυστήρια γυναίκα που δεν έμαθε ποτέ το όνομά της, δεν την ξανάδε ποτέ, όμως τη θυμάται τόσα χρόνια μετά. Θυμάται τον μυστικιστικό τρόπο που τον πλησίασε. Άγνωστη υπέροχη Αμαζόνα, με τη θολή ματιά κάποιας ξεπεσμένης ροκ-σταρ, μιας τσαλακωμένης ντίβας.
Εκεί έστεκε ο φίλος του να τους κοιτάει με μάτια απορημένα, γέρνοντας το κεφάλι πότε απο δω και πότε από κει, να τους γαυγίζει στο κρέβατι και να ξεκαρδίζονται στα γέλια με τον ξεδιάντροπο αυτόν ηδονοβλεψία.
«Ρε, θα φωνάξω την αστυνομία. Μην κοιτάς», του έλεγε και να τα γαυγίσματα και να τα γέλια! Τι νύχτα!
Το πρωί ξύπνησε με τον κολλητό του μόνο στο πλάι του. Στο ψυγείο κολλημένο ένα χαρτάκι με μια αράδα. «Σε ζηλεύω που έχεις τέτοιο φίλο... Να προσέχετε».
«Άργο, Άργοοοο!!» Η φωνή χανόταν απελπιστικά μέσα στην οχλοβοή του λιμανιού της Ανκόνα.
Με δάκρυα έτρεχε από δω κι από κει, ρώταγε στα αγγλικά και σε μισο-ιταλικά -που ανάθεμα δεν τα τελείωσε να πάρει το πτυχίο-, μήπως είδαν ένα σκυλί μπεζ, με μακρύ τρίχωμα και λευκό περιλαίμιο.
«Νο νο... Νο νο...». Όλοι όχι, ανάθεμά τους. «Κανείς δεν δίνει σημασία σε ένα παλιόσκυλο», σκεφτόταν απογοητευμένος.
Το πένθος του είχε κυριεύσει το μυαλό. Η αυτοενοχή και ο θυμός του ρίχνανε ραπίσματα.
«Πώς ξέφυγε από τα μάτια μου, τι ηλίθιος είμαι;»
Επικλήσεις σε θεούς και δαίμονες, απειλές και ύβρεις που θα κοκκίνιζε και το τελευταίο χαμίνι του ιταλικού λιμανιού.
Και να σου, εκεί στέκει ατάραχος ο Άργος...
Τον κοιτάει από μακριά με τα αυτιά ορθωμένα, έτοιμος για το κάλεσμα.
Αυτή η τόσο δυνατή στιγμή, αυτη η έκρηξη συναισθημάτων, πέρασε απαρατήρητη μέσα στο πολύβουο λιμάνι. Όπως συμβαίνει στη ζωή, όλα κυλάνε στον ρυθμό τους και το λιμάνι έχει τους δικούς του... Οι δυο καρδιές κράτησαν τη στιγμή μοναδική τους για πάντα.
Το καλοκαίρι άρχιζε να δείχνει τις ζεστές διαθέσεις του. Ο μαλλιαρός συγκάτοικος ανάσαινε γρήγορα, προσπαθώντας μάταια να ρυθμίσει τη θερμοκρασία του χνουδωτού κορμιού του.
«Α ρε ταλαίπωρε, τι τραβάς και συ. Να ’μασταν σε μια παραλία τώρα, ε; Πουτάνα φτώχεια! Τι να σου κάνω!»
Η φτώχεια θέλει καλοπέραση, Αντωνάκη», φωνάζει ο Γρηγόρης από το ρετιρέ, που τον κρυφαάκουγε άθελά του .
«Για πες, ρε, έχεις ιδέα;»
«Μπαλκόνι έχεις, μάνικα έχεις, κάνε το σενάριο από τα χαριτωμένα».
«Σωστός!»
Για πότε ο σκύλος κυλιότανε στα νερά και σε πόσο χρόνο ρεκόρ είχαν έρθει καμιά δεκαριά συμφοιτητές στο μπαλκόνι-πάρτυ, ούτε που κατάλαβα!
Ο Άργος πρόσφερε απλόχερα ψεκάσματα νερού από τα τινάγματα της γούνας του.
Ένα αυτοσχέδιο μικρό πάρτυ, με πηγαίο γέλιο, χωρίς καμία προετοιμασία και χωρίς καθόλου χρήματα! Μόνο μια μάνικα και οι φίλοι. Εντάξει, και μερικές μπύρες ρεφενέ...
Το ταξίδι της επιστροφής είχε πάρει τον δρόμο του. Αυτά σκεφτόταν, όλες αυτές τις στιγμές που περάσανε μαζί οι δυο τους και δεν κατάλαβε για πότε είχε δέσει το καράβι.
Ο πηγαιμός για την Ιθάκη ξεκίνησε παρέα. Πηγαίνανε για διακοπές στο εξοχικό στο νησί.
Τώρα γυρνάει μόνος και θλιμμένος Οδυσσέας. Ο πιστός του Άργος κάτω, στο ψυγείο του πλοίου, σαβανωμένος, έτοιμος για το τελευταίο του ταξίδι. Θέλει να πάει να τον θάψει κάπου κοντά του, να τον τιμάει και να τον θυμάται όπως αξίζει σε έναν αδελφό. Οι Λαιστρυγόνες και οι Κύκλωπες, θηρία του μυαλού, θύμησες γλυκές που τον χτυπάνε αδυσώπητα...
Τον παίρνει αγκαλιά και με προσεκτικές κινήσεις τον ακουμπάει δίπλα του στο κάθισμα, άκαμπτο νεκρό κορμί.
Η μίζα του αυτοκινήτου γκρινιάζει και το υπόλοιπο ταξίδι ξεκινάει. Παρέα οι δυο τους, αυτός και ο φίλος του, εκεί δίπλα, σιωπηλός όπως πάντα...
Χωρίς αντίο, χωρίς δάκρυα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου