Δεν είχε νούμερο φορεμένο, απλά με ακολούθησε από τον Τύμβο του Μαραθώνα, σαν μια καρμική συνάντηση να εξελισσόταν. Λες και είχε βγει για ενα long run και είπε να το τρέξει μαζί με κόσμο για να μην είναι μόνος του. Μεσήλικας, καλοστεκούμενος, με κάτασπρο δόντι. Εντύπωση μου έκανε πώς ξεχώριζε, σε αντίθεση με τα μαύρα που φορούσε. Δεν λέγαμε κουβέντα, απλά πήγαινε δίπλα μου, σαν να ήταν ένας καλά προετοιμασμένος pacer. Δεν μιλάγαμε, μόνο καμιά φορά προπορευόταν ελάχιστα και φαινόταν το ασπράδι του ματιού να ελέγχει πίσω αν ακολουθώ. Ήταν μια περίεργα ευχάριστη παρέα στο μοναχικό αυτό ταξίδι μου μέχρι το Καλλιμάρμαρο.
Πρώτη φορά έτρεχα αυτή την απόσταση και φοβόμουν. Δεν ήξερα αν θα τα καταφέρω μέχρι εκεί. Στην αφετηρία σκεφτόμουν τι ωραία που θα ήταν να είχα παρέα έναν συντρέχτη. Τα μοναχικά μεγάλα τρεξίματα, εντάξει, βγαίνανε, αλλά εδώ, στο καινούργιο και άγνωστο, θες μια παρέα. Και, να σου, αυτός ο τύπος ο περίεργος, ο σιωπηλός. Σαν να με περίμενε εκεί, στην αναστροφή του Τύμβου για να με συνοδεύσει.
Είχαμε φτάσει μέχρι τον Ημι και βρισκόμουν σε καλή κατάσταση. Περπάτησα λίγο εκεί στην τροφοδοσία. Περπάτησε δίπλα μου. Είπα να τον ρωτήσω το όνομά του, αλλά μετά σκέφτηκα, τι σημασία έχει; Όλοι πρέπει να έχουν ένα όνομα; Ήταν εκεί και αυτό μου έφτανε, χωρίς συστάσεις και περιορισμούς κοινωνικούς. Του έδωσα νερό και το δέχτηκε με ευχαρίστηση. Δεν μίλησε, αλλά μου είπε ευχαριστώ. Φαίνεται δεν του άρεσαν τα λόγια, αλλά οι πράξεις. Αρχισε να αυξάνει το βήμα σαν να μου έλεγε «αρκετό χρόνο χάσαμε παρασυρμένοι στις μουσικές και το νταβαντούρι της στιγμής». Εκστασιασμένος εγώ από τη μοναδικότητα της εμπειρίας, ξεχάστηκα. Εκείνος όμως είχε στόχο. Τον ακολούθησα.. Φαινόταν πως ήξερε τι κάνει. Άρχισε να ανηφορίζει.. Είχα διαβάσει ξανά και ξανά γι’ αυτό το κομμάτι, αλλά ποτέ δεν περίμενα να είναι τόσο δύσκολο. Τρόμαξα. Ήθελα να γυρίσω να τον ρωτήσω πως νοιώθει, όμως ντράπηκα. Τα μάτια του καρφωμένα στον ορίζοντα, σαν να έκανε νοητική πρόβα τερματισμού. Στο 25 άρχισα να περπατάω. Ξεμάκρυνε ο
συνοδοιπόρος. Άρχισαν να με προσπερνάνε αρκετοί δρομείς, πολύχρωμοι, με ευφάνταστα σύνολα, κουβαλώντας ο καθένας τη δική του ιστορία για το πώς έφτασε μέχρι εδώ...
Ο ήλιος ρίχνει κάθετα τις ριπές του πλέον και εγώ παραδομένος του αφήνομαι. Τον βλέπω στην κορυφή της ανηφόρας να με περιμένει. Του κάνω νόημα να φύγει, δεν μου αντιγνέφει. Έχει κάτσει κάτω και με περιμένει. Τον φτάνω σιγά σιγά σιγά περπατώντας και του δίνω νερό από το καυτό μπουκάλι μου. Μου λέει ευχαριστώ με τον τρόπο του, τον ευχαριστώ και γω με ένα αδέξιο νεύμα του κεφαλιού.
Αποφασίζω να τρεχοπερπατήσω και φτάνουμε παρέα στον Γέρακα. Μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα.. Έχουμε φτάσει τόσο μακριά και είμαστε τόσο μακριά από τον τερματισμό.
Στον σταθμό στο Carrefour σταματάω, ρίχνω νερό στο πρόσωπο να ρυθμίσω τη θερμοκρασία μου που έχει βαρέσει κόκκινα. Οι δαίμονες μου είναι εκεί.. Η εγκατάλειψη μου κάνει ματάκια, μια όαση με νερά και αιώρα κάτω από δέντρα είναι μπροστά μου.
Τον έχασα, δεν τον βλέπω γύρω μου. Έχασα και την τελευταία μου ικμάδα. Είμαι έτοιμος να κάτσω. Το πούλμαν-σκούπα είναι έτοιμο να με καταπιεί.
Μου γαβγίζει από κάπου που δεν μπορώ να τον δω. Ψάχνω απέλπιδα να τον βρω. Νάτος, εκεί απέναντι, στον άλλο πάγκο, να δέχεται τα χάδια των εθελοντών. Εβένινος, μακρύτριχος, με μια λευκή καρδιά στο στήθος. Μου γαβγίζει επίμονα, με φωνάζει. Πρώτη φορά μου μιλούσε αυτές τις ώρες. Τρέχω και τον χαϊδεύω εγκάρδια, όχι αδέξια. Είναι φίλος μου και τον ευχαριστώ που στέκεται πλάι μου.
Πάμε για το 32, εκεί που αρχίζει ο αγώνας όπως είχα διαβάσει.. ή τελειώνει..
Μέσα στη γενική μου ψυχονοητική κατάπτωση, ακονίζω το μυαλό και αποσπώ την προσοχή από τα σμπαραλιασμένα μου πόδια να του βρω ένα όνομα.
Μπλακ, Ροκυ, Λεο, όλα τα συνηθισμένα όνοματα μου περνάνε από το μυαλό, καθώς ο εγκέφαλος έχει χάσει από νωρίς τη μάχη της γλυκόζης από τους μυς που κουβαλάνε το φορτίο μου.
Προσπαθώ.. Θορ, Μπομπ, Ρεξ. Μπαααα..
Ακούω τα τύμπανα κάτω από τη γέφυρα, εκκωφαντικός θόρυβος, πλησιάζουμε με τον..
Άστο, δεν μπορώ να συγκεντρωθω με τόση φασαρία και κούραση
Τρέχει στους τυμπανιστές, γαυγίζει, παίζει, ξεσηκώνει τον κόσμο περισσότερο. Οι θεατές από πάνω του σφυράνε, γελάνε, χαίρονται.
Ακόμα κι εγώ με συλλαμβάνω να συσπώ τους μυς του προσώπου σε μια προσπαθεια κλαυσίγελου.
Να, κατηφόρα μπροστά! Κόσμος, πολιτισμός και απερίγραπτη κούραση.
Ο Μπεν, μπααα, Τζακ, όοοχι.. Δεν γίνεται να είμαι τόσο χάλια και να μην μπορώ να σκεφτώ κάτι καλύτερο!
Περπατάω με διαλείμματα τρεξίματος.. Ο σκύλος τρέχει πάνω κάτω, κάνει κόλπα με τον κόσμο και έρχεται να μου ρίξει καμιά ματιιά να δει πώς είμαι.
«Κάνε τα δικά σου, αγόρι μου, την παλεύω», του αχνοφωνάζω.
«36 χλμ», λέει μια ταμπέλα. Να γελάσω ή να κλάψω?
Νερά και κόκα κόλα. Του δίνω λίγο κοκα κόλα, γλείφεται με λαιμαργία. Μια εθελοντής του δίνει λίγο από ένα σάντουιτς που κραταει στο χέρι. «Εμένα;», σκέφτηκα.., αλλά δεν τόλμησα να το πω.
Συνεχίζουμε εγώ κι αυτός, μάλλον αυτός κι εγώ.. Είμαι ένας κομπάρσος στο σκηνικό. Η σκηνή ειναι όλη δική του.
Με παρασύρει μέχρι τη Φειδιππίδου. Κόσμος περιμένει εκεί. Δύο φίλοι που θα έρχονταν να με δουλέψουν, είναι εκεί, συνεπείς. Δεν θα το ‘χαναν με τίποτα το χάλι μου.
«Πώς είσαι έτσι, ρε μαλάκα; Γέρασες», και γέλια μέσα από την κοιλιά!
Πού να γελάσω! Με ό,τι δύναμη μου απομένει τους κάνω την γενετήσια χειρονομία και συνεχίζω περήφανα απελπισμένος, με τον Μαύρο στο κατόπι.
Ναι, Μαύρος, μ’ αρεσει το όνομα! Αυθεντικό, λιτό και κλασικό σαν τη διαδρομή που με μαστιγώνει αλύπητα.
Ηρώδου του Αττικού, χαμος, κόσμος, νομίζω πως είμαι πρώτος.. Δεύτερος δηλαδή, ο Μαύρος πάντα προπορεύεται.
Κάνω και ένα high 5 δειλά! Άχτι το ’χα!
Ατελείωτη η κατηφόρα, κάτι έχουν προσθέσει!
Με περιμένει στην είσοδο, με τη γλωσσάρα την κατακκόκινη στο πάτωμα.
Πατάμε ταρτάν. Μαγεία! Δεν το πιστεύω τι έχω καταφέρει. Μα τι λέω! Δεν τα κατάφερα μόνος μου, δεν θα τα είχα καταφέρει μόνος.
Τερματίζω, οι δικοί μου με φωναζουν από τις εξέδρες.
Σέρνομαι να τους αγκαλιάσω, μου έχει μείνει λίγο ακόμα δύναμη.
Τους λέω για τον Μαύρο.
Μα πού είναι; Ψάχνω με το μάτι όλο τον χώρο, πουθενα! Αρχίζω να τρέχω προς διάφορες κατευθύνσεις να τον βρω.
Αλήθεια, πού βρίσκω τη δύναμη; Δεν υπάρχει γύρω μου.
Μια απελπισία με πιάνει, τι θα απογίνει αυτό το έρημο ζώο;
Σας παρακαλώ, αν τον δείτε σε καποιο κυριακάτικο τρέξιμό σας και σας ακολουθήσει, μην τον αφήσετε να χαθεί.
Υιοθετήστε τον και εκείνος θα σας ακολουθήσει μέχρι το Καλλιμάρμαρο, μέχρι την άκρη του κόσμου...

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου