Παρασκευή 22 Μαρτίου 2019

ΤΡΥΓΟΣ ΘΕΡΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ



Ξάπλωσε στην άμμο την ψιλή, εκεί που το κύμα χάιδευε την ακτή. Το κορμί του ντυμένο ακόμα, σαν να δίψαγε να χαθεί στα φθινοπωρινά κύματα και δεν πρόκαμε να βγάλει τα ρούχα. Ο ήλιος κεντούσε γύρω του χρυσές λόγχες, μην τολμώντας ακόμα να τον αγγίξει και να ζεστάνει την παγωμένη του ύπαρξη. Πήγαινε κι ερχόταν το κύμα σαν να πάλευε να τραβήξει το σώμα του μέσα, να χαθεί στα αβαθή. Τράβαγε ο γυαλός να τον κρατήσει στην αμμουδιά. Πάλευε το κύμα να τον φέρει στα ανοιχτά. Αυτή η διελκυνστίδα της φύσης ζωή έδινε στο ταλαίπωρο σώμα του που πέρα δώθε σούρνονταν στη νωπή άμμο. Γλάροι κρώζανε στα βαθειά, σαν να τον καλούσαν να παίξει μαζί τους λίγα μέτρα πάνω από το κύμα. Αντίκρι διαγραφόταν, όσο η λυκαυγή ανασήκωνε την αυλαία της, η αντίπερα όχθη, εκεί που τα όνειρα, οι φόβοι και η ελπίδα ξαποσταίνουν, κουρνιάζουν μέχρι να ξαναβρούν δύναμη, φλόγα και πίστη για να περάσουν απέναντι. Τα καΐκια έχουν ήδη αρχίσει το δρομολόγιό τους, γεμίζοντας την ειρηνική ατμόσφαιρα με τον μονότονο ήχο τους.
Φθινόπωρο είναι, η εποχή του τρύγου, η εποχή που η φύση αλλάζει, αρχίζει και προετοιμάζεται για τον λιτό χειμώνα, για τη δοκιμασία που θα την οδηγήσει στην άνοιξη.
Αυτή η αμμουδιά είναι άνοιξη, αλλά και παντοτινός χειμώνας. Ξημερώνει. Ο ήλιος, θρασύς απλώνεται σε όλη την ακτογραμμή. Δίνει χρώμα χρυσό στη μαύρη άμμο, δίνει γαλάζιο χρώμα στη μαύρη θάλασσα. Λευκά ντύνει τα πουλιά και γαλάζιο τον ουρανό. Καβαλάει τις βουνοκορφές και χύνεται διαπρύσιος μέχρι τα πιο βαθειά φαράγγια, λίγο φως και ζέστη να δώσει.
Ξαπλωμένος, χάσκει ακόμα με το πρόσωπο στην άμμο τη χρύση απιθωμένο. Ο ήλιος χαιδεύει τα μαύρα του μαλλιά και παιχνιδιάρικα τα αναδεύει το κύμα. Τόσο ανάλαφρα κοιμάται σ’ αυτή την ήσυχη παραλία. Δεν ακουμπάει το κορμάκι του εκεί. Δεν είναι εκεί. Είναι στην αγκαλιά της μάνας, εκεί που χθες βράδυ τον ζέσταινε και λόγια του λεγε, ζέστα και καρδιακά. Εκεί
απέναντι είναι που ξαποσταίνει η ελπίδα και κουρνιάζει ο φόβος πριν τον χειμώνα.
Χείμωνας είναι. Το κορμί του κρύο και ξέπνοο, χωρίς παλμό. Δεν είναι εκεί. Μάταια ο ψυχοπονιάρης ήλιος παλεύει να τον ζεστάνει, το αίμα να ψυχώσει μέσα του.
Φθινόπωρο είναι για τους γλάρους, τις τράτες, τα αμπέλια και τη θάλασσα. Γι’ αυτόν είναι χειμώνας, χειμώνας χωρίς άνοιξη.
Μα τι τον νοιάζει! Δεν είναι εκεί. Αγκαλιά τον πήρανε με τρεμάμενα χέρια, με προσοχή, με τρόμο και ευλάβεια. Σαν άγιο λείψανο πολύτιμο και ανεκτίμητο, θαυματουργό.
Σαν άγιος του καιρού μας, θαυματουργός. Θάματα κάνει. Ναι, δεν είναι εκεί. Είναι στην αγκαλιά της μάνας του, στην ασφάλεια, στην ησυχία του βυθού, στη γαλήνη του επέκεινα.
Βρυγμοί αγγέλων γύρω του ακούγονται, καθώς το κύμα γδέρνει την άμμο, ενώ αποτραβιέται στα βαθειά ανταριασμένο, στην αγκαλιά της μάνας θάλασσας.
Δεν είναι εκεί όμως.
«Τρύγος, θέρος και πόλεμος στασιό δεν περιμένουν», λένε οι άνθρωποι εκεί, στη γλώσσα τους. Το θέρος πέρασε. Ήρθε ο τρύγος, μαζί του και ο πόλεμος. Τι τον νοιάζει όμως! Το μικρό του κορμάκι δεν είναι εκεί. Εκεί που το φθινόπωρο έχει χειμώνα και οι άνθρωποι παγώνουν.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου