Στην άκρη του
ραφιού, δίπλα στο παράθυρο, έστεκε μόνο και αποσυνάγωγο. Από κάτω, η κίνηση της
πόλης με τους ήχους της, που τόσο είχε αλλάξει. Πενήντα χρόνια και βάλε έμενε
σε αυτό το σημείο ασάλευτο. Ο ήλιος που διαπερνούσε τα τρύπια στόρια,
τσουρούφλιζε το κάποτε περίτεχνο υφασμάτινο εξώφυλλό του. Θαμπό και
ταλαιπωρημένο μέσα στη σκόνη των ετών. Άλλες φορές, η βροχή του έκανε παρέα
χτυπώντας πότε δακριτικά και πότε με θράσος το τζάμι. Η νύχτα με τα φώτα της
πόλης αγκάλιαζε γλυκά τον πολυκαιρισμένο μανδύα του, προσδίδοντας λάμψη
θησαυρού. Όταν τα βήματα πλησίαζαν από κάτω, αν είχε καρδιά, σίγουρα θα
σκιρτούσε σαν ψάρι έξω από το νερό, αγωνιώντας το χέρι που θα το ξεκουνήσει από
κει. Πόσο πολύ ήθελε να απλώσει τις σελίδες του, να ανοίξει και να τεντωθεί.
Είχε τόσα πολλά να διδάξει από τις ιστορίες που είχε μέσα του.
Όμως τα βήματα
κάθε μέρα, τόσα χρόνια, πηγαίναν και ερχόντουσαν μακριά του κάθε φορά. Η Αθήνα
άλλαζε από το παράθυρο, με θόρυβο, κόσμο και πολλά κτίρια. ‘Ισως είχε παλιές ιστορίες
μέσα του που δεν τις ήθελε ο κόσμος πια. Ιστορίες από χωριά και μικρές
κωμοπόλεις. Ιστορίες με ανθρώπους της υπαίθρου και του μόχθου. Τι δουλειά έχει
εκείνο στο τσιμέντο και το σίδερο;
Τα βήματα του
ανθρώπου με τα χρόνια γινόντουσαν πιο βαριά, πιο κατσούφικα και γερασμένα. «Φταίει
αυτή η μαύρη πόλη», σκεφτόταν το βιβλίο κει πάνω στο μετερίζι του. Οι
επισκέψεις πιο αραιές από το αφεντικό, ώσπου κοπήκαν τελείως, χωρίς ένα αντίο,
όπως συνηθίζουν να κάνουν οι άνθρωποι της πόλης. Τόσα χρόνια αόρατο, παρόλο που
κάθε μέρα ήταν εκεί.
Ένα πρωί τα
βήματα ξαναακούστηκαν! Τι χαρά ήταν αυτή! Ήταν πολλά βήματα βιαστικά. Θόρυβος
από έπιπλα και να σου, ένα χέρι το άγγιξε. Αν μπορούσε να κλαψει τώρα, θα το είχε
κάνει σίγουρα. Το χέρι πέταξε απλά το βιβλίο σε μια μαύρη σακούλα, την έσυρε
και την άδειασε στον κάδο με τα σκουπίδια. Επιτέλους, άνοιξε τα φύλλα του και
έχασκε έτσι ανοιχτό για τελευταία φορά.Μετά από λίγο έφτασε το απορριματοφόρο.
Το μάτι του υπαλλήλου έπεσε άθελά του στις ανοιχτές σελίδες του πεταμένου
βιβλίου. «Τι όμορφα που απλώνεται ο κάμπος στα πόδια του βουνού την ώρα που το
στεφανώνει ο ήλιος και χρυσώνει τα σπαρτά και τα δέντρα».
Ο νους του πέταξε χωρίς να τον
ρωτήσει σε αυτή την εικόνα και για μια τόση δα στιγμή λούστηκε το χρυσό της εικόνας,
λίγο πριν τραβήξει τον μοχλό για να αδειάσει τα σκουπίδια στην κοιλιά του
κήτους.
«Πάμεεε», φωνάζει στον οδηγό,
ντυμένος στο φαιό χρώμα της πόλης.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου